

Ταυτότητα… φωτογραφία « για τα νέα διαβατήρια» και παράβολο των 72 ευρώ. Βεβαιώνω για 4η ή 5η φορά την ύπαρξή τους στη μεσαία θήκη από την χαλαρά ασφαλισμένη «μπανάνα» γύρω από την ταλαίπωρή μου μέση. Είμαι ένα βήμα πιο κοντά στο ποθητό επαγγελματικό μου ταξίδι, σκέφτομαι για ν αναπαύσω το λογισμό μου, στην ιδέα πως θα χρειαστεί να ταλαιπωρηθώ για καμιά ωρίτσα στο νέο αστυνομικό μέγαρο… εκεί στη Μοναστηρίου, αφήνοντας πίσω σημαντικές εργασίες που μου ξεσκίζαν το γιακά ενώ ξεκινούσα… Δεν μπορούσα φυσικά να φανταστώ πόσο … χαριτωμένος φάνταζα στα μάτια κάποιου, που θα ήξερε τι επρόκειτο να ακολουθήσει.
Μετά από όχι σύντομες διαδικασίες… λόγω της απίστευτης γραφειοκρατίας που ταλαιπωρεί λειτουργούς και κοινό στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ διάγουμε τον αιώνα της ηλεκτρονικής επανάστασης, βλέπω τον νεαρό αστυνόμο που με εξυπηρετούσε να με κοιτάει με το γλυκό του βλέμμα ευθέως στα ενδότερα της κόρης του ματιού μου. Είχε περιποιηθεί ανεπαρκώς κατά το ξύρισμα μια μικρή περιοχή γύρω από το «θεληματικό» οστό της δεξιά κάτω γνάθου, αν θα έπρεπε να του βρώ ένα ψεγάδι έως εκείνη τη στιγμή. Ευγενής και ταχύτατος. Ότι επιθυμεί κάποιος που υποχρεούται να έλθει σε συναλλαγή με το δημόσιο. Αργότερα κατάλαβα πως ήταν και ιδιαίτερα διπλωμάτης.
- Φαίνεσαι καλό παιδί… και τα καλά παιδιά λυπάμαι πολύ όταν χρειάζεται να ταλαιπωρούνται. Έλα να πεταχτούμε μια βολτίτσα στο δεύτερο όροφο… να δούμε αν ισχύουν αυτά που βλέπω εδώ για σένα…»
- «Δηλαδή,… τι βλέπετε εκεί για μένα…;»
- «Αποφάσεις φίλε μου… αποφάσεις! Έλα… καμιά ωρίτσα και ξεμπέρδεψες… διαδικαστικό το θέμα… Χρωστούσες ή χρωστάς καμιά κλήση…; Ή στο Τ.Ε.Β.Ε.;»
- « Ναι.. παλιά…» λέω, «… στο παλιό μαγαζί… αλλά πάνε χρόνια που το ρύθμισα… τουλάχιστον τρία…»
- « Ε..! ούτε τρία τεταρτάκια δεν θ αργήσεις τότε…! Πάμε, πάμε…»
Στους επάνω ορόφους… θαρρείς και απαγορεύεται να κυκλοφορούν ένστολοι… Όμορφες κυρίες και αυστηρού βλέμματος κύριοι… σου θυμίζουν περισσότερο την περιπλάνηση στα γραφεία των δασκάλων που δε γνώριζες τις πρώτες μέρες στο σχολείο, στα χρόνια του δημοτικού.
«Σας έφερα έναν κύριο με 2 αποφάσεις…» ήταν η τελευταία του ατάκα, πριν το μεστότατο νοήματος… πεταγμένο απρόσωπα και όμως τόσο συγκεκριμένα… στον αέρα… «Καλή δύναμη!»
Στο γραφείο «Σένγκεν», κατά την εκτίμηση που αποκόμισα από την παραμονή μου εκεί, γίνεται και η λεπτομερέστερη επεξεργασία και καταχώρηση των πληροφοριών του εν λόγω προδότη – software, που με είχε ανεβάσει δύο ορόφους πιο πάνω… ενώ δεν το ζήτησα. Ότι αξιόμεμπτο μπορεί να σκιάζει το βίο σου… βρίσκεται εκεί μέσα. Είτε είσαι πολίτης ¨Ελληνας, είτε Βέλγος είτε Ιταλός…
«Εγνατία και Κέννεντυ… σας θυμίζουν τίποτα κύριε;»
Μετρίου αναστήματος… κοιλίτσα χρηματιστήριο από τις πολλαπλές επενδύσεις, ευγενική φυσιογνωμία.. τόσο όσο και συνήθης… Τα λιγοστά του μαλλιά.. δίναν αθέμιτο αγώνα να του καβατζάρουν μερικά παραπάνω χρονάκια… ενώ δεν ξεπερνούσε τα 36.
«Βέβαια…», αποκρίνομαι, «… και στις δύο διευθύνσεις είχα επιχειρήσεις», ενώ το ρολόι στον τοίχο μου έδειχνε πως σε δέκα λεπτά που θα στρογυλλοκάθονταν στο πέντε και οι δυό δείκτες… θα έκλεινα μιάμιση ώρα ήδη μέσα στο μέγαρο.
«Όπως επίσης δεν πρέπει να πλήρωνες και το Τ.Ε.Β.Ε. σου… τουλάχιστον όχι εμπρόθεσμα… αλλά κάτσε να το βεβαιώσω, πάω να βρω το φάκελό σου…» είπε γλιστρώντας από την πόρτα .. επαναφέροντάς με από την τολμηρή σκέψη πως υπάρχει γραφείο της αστυνομίας… έστω και αυτό του «Σένγκεν» που να μη τηρεί χειρόγραφους φακέλους.
Μια γοητευτική αστυνομικός, αφιχθείσα πριν την έναρξη της βάρδιας της όπως κατάλαβα με την μαζική έλευση των άλλων και την αυτόματη απομάκρυνση στο πόστο της μετά από δέκα λεπτά, απολάμβανε τον καφέ της κάνοντας παρέα τώρα μόνο σε μένα. Όσο θαύμαζα τα στιγματισμένα από καφέ χείλη της μέσα από κρυφές ματιές μιας και δεν μου έβγαινε να συστηθώ όπως σε άλλη περίπτωση ενδεχομένως,,,, αυτά… μου πέταξαν το φαρμάκι…!
«Έχετε συνειδητοποιήσει κύριε πως θα περάσετε το βράδυ σας εδώ;», με ρωτάει και μηχανικά απαντώντας στη νέα μου έκφραση, που πρέπει να ταν πολύ αστεία αν κρίνω πόσο χαριτωμένα συνέχισε την ευγενική της κατατόπιση… μου κλείνει με μιας όλο το κεφάλαιο με το γενικό τίτλο «Απορία»:
«Από τη στιγμή που εντοπίζονται στο σύστημα «Σένγκεν», καταδικαστικές εις βάρος σας αποφάσεις, περνάτε αυτομάτως στη διαδικασία του Αυτόφωρου… και η μόνη συνέχεια που ακολουθεί, είναι η προσπάθεια απεμπλοκής σας από αυτό. Το λυπηρό, για εσάς, είναι ότι αποφασίσατε να μας κάνετε απογευματινή επίσκεψη, με άλλα λόγια, ώρα που τα δικαστήρια είναι κλειστά, όπότε υποχρεούμαστε, εμείς να σας φιλοξενήσουμε, και εσείς να το ανεχθείτε. Δείτε το ως αμοιβαίο συμβιβασμό κύριε…»
Η ήρεμη όσο και ξαφνιασμένη αποδοχή αυτού του ακούσματος από μέρους μου, συνοδευόμενη από χαμόγελο αμηχανίας, της επέτρεψε εμφανώς, να αστειευτεί με την περίσταση, ενώ το μυαλό μου δούλευε με πρωτόγνωρες στροφές πλην όμως ατελέσφορα για κάτι το ευνοϊκό που θα με έσωνε από την ταλαιπωρία.
«Μα έχω πληρώσει… δεν μου έχει κοινοποιηθεί τίποτα… πως…; Πότε;… τώρα τα ακούω αυτά… Βέβαια… υπάρχει πάντα η περίπτωση να έχουν κοινοποιηθεί στις παρελθούσες επαγγελματικές έδρες που αναφέρατε πριν… μα… δεν θα έπρεπε αν δε με βρήκαν να μου το κοινοποιούσαν στο σπίτι;»
- «Οι επιχειρήσεις που διατηρούσατε ήταν εκτός Ελλάδας;» συνεχίζει αστειευόμενη, για να επανέλθει με την τελευταία τζούρα του καφέ να τη βοηθά θαρρείς να ξεστομίσει κάτι για το οποίο κωλύονταν… « Στην Ελλαδίτσα ζούμε κύριε!!! Περιμένετε να τρέχει ένας υπάλληλος του Τ.Ε.Β.Ε. από το λογιστικό τμήμα στο δικαστικό, να διανύσει κι εγώ δεν ξέρω πόσα μέτρα από γραφείο σε γραφείο, για να ενημερώσει ότι αυτός που χρωστούσε, πλέον δε χρωστάει… οπότε δεν χρειάζεται πλέον να… διώκεται; Όχι δα!»
Μπαίνει κι ο αστυνόμος στο τελείωμα της φράσης της
-«Ορίστε κύριε… δύο αποφάσεις καταδικαστικές, σε τρίμηνη φυλάκιση έκαστη… ή αλλιώς… 2200 ευρώ περίπου μαζί με τα δικαστικά… αν όντως χρωστάτε ακόμα.»… ακούστηκε η φωνή του αστυνόμου με τα χαρτιά στα χέρια να αλλάζουν τις ισορροπίες του ατμοσφαιρικού αέρα… με κάθε κίνηση του χεριού του, που πλέον πιστοποιούσαν πως πράγματι, κάποτε στο παρελθόν… η έλλειψη δυνατότητας να τακτοποιήσω εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις μου και η αμέλειά μου ενδεχομένως… είχαν κινητοποιήσει νόμιμες διαδικασίες και εν τέλει την καταδίκη μου, ερήμην, δις…
«Από δω και πέρα…» συνέχισε ο αστυνόμος, «… καλείς το δικηγόρο σου αν έχεις τακτοποιήσει τις εκκρεμότητες σου και φεύγεις άμεσα με την προσκόμιση των εν λόγω πιστοποιήσεων… ως τότε όμως θα μείνεις στο κρατητήριο μιας και τα δικαστήρια δεν δουλεύουν απόγευμα…»
Συνειδητοποιώντας την κατάσταση που καλούμουνα να αντιμετωπίσω…, (αφού η κυρία τελικά δεν αστειευόταν στο πρώτο σκέλος των όσων μου είχε πει), μια κατάσταση… ολοφάνερο προϊόν του σαθρού, καταρρακωμένου μας συστήματος,, θεώρησα φρονιμότερο να συμφιλιωθώ με την ιδέα πως θα περνούσα τη νύχτα πίσω από τα κάγκελα, … όπως και έκανα τελικά.
-«Καγκελάριος λοιπόν!!!», αναφώνησα… προκαλώντας το μειδίαμα των 2 αστυνόμων…
Η συμπτωματική γνωριμία του αστυνόμου με το δικηγόρο μου συναρτήσει της απολύτως δεκτικής μου στάσης μπρος στο ό,τι μου είχε γνωστοποιηθεί… εκτιμώ πως έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να εξαντλήσει την ευγενική του διάθεση και κατανόηση, κρατώντας με στο χώρο των γραφείων για κάποιο χρόνο, που αργότερα… όχι πολύ βέβαια, συνειδητοποίησα πόσο ευεργετικός κατέστη για να εγκλιματιστώ στην παράνοια.
«Βγάλε τσαντάκι, κινητό στο σακουλάκι και υπογραφή σε ξεχωριστό χρεωστικό δελτίο, σταυρό, κομποσχοίνι, ρολόι, δαχτυλίδι, ζώνη, κορδόνια… όλα τα παραδίδεις εδώ….κρατάς τσιγάρα κι αναπτήρα»
Δεν χωράν περιστροφές στο κρατητήριο… Δεν υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ποιο λόγο είσαι εδώ από τη στιγμή που είσαι κρατούμενος…
«Βγάλε παντελόνι, σλιπάκι, κάλτσες, φανέλα σηκωμένη ως το λαιμό…»
Νόμισα πως ξαναβρισκόμουν ενώπιον του βλάχου επιλοχία που με υποδέχθηκε στο στρατό… Ωστόσο, η σκέψη του προσωρινού με παρηγορούσε καταλύοντας παράλληλα κάθε απόπειρα προβληματισμού για τον αν άξιζα πραγματικά αυτό που περνούσα…
«Μού ‘πανε πως ταλαιπωρείσαι άσκοπα… σου εύχομαι καλή υπομονή για το αποψινό βράδυ, πάρε καφέ και νερό από το μηχάνημα… και … πες μου αν προτιμάς να σαι μόνος στο κελί… μιας και για την ώρα έχεις την πολυτέλεια της επιλογής..»
Κούνησα το κεφάλι καταφατικά βλέποντας τους ωροδείκτες στο χέρι του να με περιγελούν ολοφάνερα, μαζί με τα σχέδιά μου για το αποψινό βράδυ, ξεφωνίζοντας 9:17 μέσα από το ρολόι χειρός για δύτες που έκρυβε πολύ παραπάνω από τον καρπό του αριστερού του χεριού.
Οδηγούμενος προς το κελί μου, μαστιγωνόμουνα στο διάβα από βλέμματα πνιγμένα στη χαρμάνα… αφυδατωμένα χείλια που πρόβαλλαν μέσα από δασύτριχα πρόσωπα, με τα μέτωπα στηριγμένα είτε στα κάγκελα, είτε στα χέρια.
Βογκητά στέρησης,.. αντιδραστικές κραυγές αγανάκτησης,… απόγνωση…!!! Διάχυτη… τη μύριζες… την έβλεπες… σε κεντούσε…
Όταν βρόντηξε πίσω μου η πόρτα, ένοιωσα μέσα μου την έννοια της λέξης… κρατούμενος… που περισσότερο σαν διακριτικό προσωνύμιο μεταξύ των αστυνομικών δεχόμουν ως τότε.
Τα ιδιώματα των εναλλακτικών ονομάτων της φυλακής… τα ένοιωθες μπαίνοντας:
«Στενή».
6 επί 2 μέτρα πλάτος, τσιμεντένιο κρεβάτι στην κάτω αριστερά γωνία
Τα στρατιωτικά σεντόνια και οι κουβέρτες, έδιναν νόημα στο άλλο γνωστότατο όνομα της «στενής»… «Ψειρού»!
-« Μη διανοηθείς να σκεπαστείς με τίποτα απ’ αυτά!» , ήταν η τελευταία ατάκα του σκοπού της χειρότερης υπηρεσίας της ελληνικής αστυνομίας απ’ όσο μπορώ να σκεφτώ. Αν και κολλαρισμένα τα σκεπάσματα του δεύτερου στρώματος που ήταν χύμα πεταμένο στο πάτωμα, ανατρίχιαζες στη σκέψη του ποιος το χρησιμοποίησε πριν από σένα. Και δεν ήταν κόπος να το σκεφτείς. Αρκούσε να κοιτάξεις γύρω σου. Και τον έβλεπες.
Ναι!... εκεί κάθε ψείρα κρατούσε τη σημαία της χώρας της… και υπήρχε έντονο το διαπολιτισμικό στοιχείο εκεί μέσα.
Ρώσικα… Βουλγάρικα… Αλβανικά… Ελληνικά… στην οροφή του μεγαλοπρεπούς κτιρίου… ένας σωστός πύργος της Βαβέλ…!
Διαδοχικά, οι κρατούμενοι, ανά κελί, κάνουν την πασαρέλα τους προς την απίστευτα βρώμικη εκείνη την ώρα τουαλέτα, περνώντας μπρος μου, τρία μόλις κελιά πριν τον προορισμό για την πλήρωση της ανάγκης τους… Εκεί, αυτός ορισμός, αποκτά το πλήρες νόημα του. Δεν είναι απαραίτητο να κατουριέσαι. Βγαίνεις με τον συγκρατούμενό σου, γιατί απλά έχεις ανάγκη να βγεις από το πνιγηρό κελί και την βουτηγμένη στο βούρκο του ημίφωτος εξίσου αποπνικτική ατμόσφαιρα. Στις τουαλέτες έχει φως. Βλέπεις τα στάδια της κατάντιας σου. Ξεπλένεσαι. Αν έχεις δικό σου σαπούνι, ίσως να διώξεις και μέρος της λέρας που πλέον διαχέεται βαθιά μέσα σου… ως τη γονιδιακή σου αλυσίδα.
Η διάρκεια της πασαρέλας από όλα τα κελιά προς τις τουαλέτες και πίσω… ορίζει μια νέα μονάδα του χρόνου εκεί μέσα.
Εκεί που σου λείπει το ρολόι, και με την αποχώρηση του ήλιου ο χρόνος πάει να γίνει αδιάστατος, και αόριστος, έρχονται οι πεταλουδίτσες από την Ουκρανία, στο υπέροχο μεγαλείο της απλότητάς τους, να βροντοφωνάξουν πως είναι φυλή με γυναίκες που αδυνατούν οικτρά… ν αφήσουν αδιάφορο το βλέμμα ενός άντρα. Έπειτα οι αλβανίδες, μερικές ελληνίδες, άλλες από μπαρ, άλλες από ντρόγκα… παγερά αδιάφορες για τα νωχελικά αντρικά βλέμματα που θα τις γονιμοποιούσαν αυτοστιγμεί ωστόσο, αν ήταν δυνατό, παρόλη την αδράνεια που ντύνει την εικόνα τους. Σαν χαμελέων επιτιθέμενος σε μύγα.
Κατόπιν τα ανδρικά κελιά.
Ημίγυμνοι άντρες, άλλοι σ όλη την ακμή της ηλκίας και του σφρίγους, άλλοι πάλι στην εξαθλιωτικότερη εκδοχή του ανθρώπινου σώματος, σαν σταυροβελονιασμένοι… όπου θα ήταν πιθανό να αναβλύσει λίγο αίμα.
Αν τους έβαζε μια γυναίκα στον τοίχο όλους μαζί απέναντι… θα είχε την πιο λάγνα εκδοχή της Γκουέρνικα του Πικάσσο αναμφισβήτητα εμπρός της… Τα πιο απίθανα δαιμόνια… φιγούρες του εγκόσμιου μα κυρίως του απόκοσμου, στόλιζαν το ταλαίπωρο πετσί τους, ποτισμένο με σινική μελάνη.
Φεύγοντας και ο τελευταίος πίσω για το κελί του… οι όμορφες κοπέλες με τα ενοικιαζόμενα σώματα… μετρούσαν λεπτά για να ξαναπεράσουν από μπρος μου. Έτσι… οριζόταν μια νέα ώρα... όπου τα λεπτά… είναι πολύ απλά η τέλεση μιας αναζωογονητικής επίσκεψης στις τουαλέτες, ενός ορισμένου αριθμού ανθρώπων.
-«Πότε σε φέρανε εσένα ρε μεγάλε;»
-«Σήμερα. Για μαλακίες. Τ.Ε.Β.Ε. Αύριο θα βγω.»
-«άκου τους μαλάκες ρε!!! Φαντάζομαι που θα πάνε εμένα…»
-«Ναρκωτικά;»
-« Όλα!!!)
-«……..»
Ο ρώσος από το επόμενο κελί, με κοίταξε, γνωρίζοντας στα μάτια μου το δολοφόνο της μάνας του, της μνηστής του, και των τριών του παιδιών… Δεν είχε άλλη ερμηνεία αυτή η βλοσυρότητα για κάποιον μέσο παρατηρητή. Παραδόξως δεν κώλωσα σ αυτό το βλέμμα που μου έριξε αυτή η… θυμωμένη ντουλάπα. Έχει και τα καλά του να σαι πίσω από τα κάγκελα. Ίσως το μόνο προνόμιο του να είσαι Καγκελάριος εκεί μέσα.
¨Μαλάκα μου… θα κεντούσες ποτέ άνθρωπο;» ρωτάει τον Αλβανό, άπταιστο ομιλητή της ελληνικής συγκρατούμενο του το πρεζόνι από δίπλα. Η φωνή του… σαν ξετυλιγμένο χαρτί υγείας… σαν τρομπόνι στο στόμα τετράχρονου. Πρωτύτερα, με όλη την αγανάκτηση του κόσμου, απορούσε, μέσα σε κατάρες, πως ήταν δυνατόν να βρίσκεται εκεί μέσα επειδή τον πιάσανε… «απλώς να κλέβει ένα μηχανάκι!!! ενώ είναι δηλωμένος χρήστης!!!»
-«Ναι!» απαντά κυνικότατα ο Αλβανός.
-« Μαλάκα μου, συνεχίζει ο έλληνας, εγώ από δω και κάτω… θα τον έκανα κόσκινο… αλλά από δω και πάνω… μόνο αν κινδυνεύω…»
Μέχρι και η ηθική… αναπροσαρμόζεται ανάλογα με την περίπτωση, την ατομική ιδιοσυγκρασία αλλά … και το σωματότυπο εκεί μέσα…
Για απροσδιόριστο χρόνο, βγαίνω από το πετσί μου και βλέπω στη θέση μου, από πιο ψηλά, έναν πενηντάχρονο. Με κάποιο πρόβλημα υγείας, με σαφή τον αντίκτυπο τηςσυγκεκριμένης εμπειρίας στη διάθεσή του και την κοινωνική του ισορροπία με βάση τον ως τώρα βίο του, πελεκημένη άτεχνα, καταστροφικά από την κατάντια του συστήματος που επί μια ζωή πληρώνει… συντηρεί…
Φρίττω, περισσότερο στην ιδέα αυτή, παρά στο γεγονός ότι το περνώ εγώ αυτό!!!
Το μπουκαλάκι από το νερό μαζί με τη θήκη για τον καπνό μου, έχοντας παίξει το ρόλο του προσκέφαλου, μου θύμιζαν για όλη την επόμενη μέρα… τις δύο ώρες που κατάφερα να κοιμηθώ επάνω τους μέσα σε μια στοιχειώδη προφύλαξη που έλαβα από το αόρατο ζωικό βασίλειο.
Η απίστευτη ανθρωπιά και ευσυνειδησία του αστυνόμου στο γραφείο του Σένγκεν… από την προηγούμενη βάρδια, φρόντισε ώστε να βρίσκομαι στις 7 30 το πρωί με έναν καφέ, πλυμένος στις μαγικά πεντακάθαρες τώρα τουαλέτες των κελιών, και κατόπιν, μέχρι την λυτρωτική άφιξη του δικηγόρου μου… διαδοχικά στη σήμανση, όπου φωτογραφήθηκα, μου πήραν αποτυπώματα εξάκις, γιατί δεν είχα φροντίσει στο παρελθόν να τους απασχολήσω ανοίγοντας φάκελο, οπότε η επιπλέον ταλαιπωρία, ήταν από φταίξιμο απολύτως δικό μου. Αααααα!!! αυτό το παραδέχομαι!
Κατόπιν… υποδέχθηκα όλες τις ερευνητικές ματιές της πρωινής βάρδιας, που ακούγοντας, μια ακόμη από τις συνήθεις περιπτώσεις!!! όπως μου ομολόγησαν, έπαιρναν μια έκφραση αποστροφής απέναντι σ αυτό του οποίου είναι και αυτοί οι ίδιοι ταγοί. Το άθλιο κοινωνικό προφίλ του κράτους που συναρτούμε όλοι μας. Μου φέρθηκαν με έναν τρόπο που η ευγένεια και η διακριτικότητα, δε φτάνουν να περιγράψουν. Στα πλαίσια που δεν παρέβαιναν το καθήκον τους, η συμπεριφορά τους έβριθε κατανόησης.
Δέκα και μισή, το όνομα μου έγινε γνωστό δια τηλεφώνου στον εισαγγελέα, ο οποίος, μάλλον έχοντας ένα υπέροχο βράδυ την προηγούμενη, δεν απαίτησε να με δει από κοντά για να εγκρίνει τη φυσιογνωμία μου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη των αποδεικτικών πως αδίκως είχα ταλαιπωρηθεί… όπως κάνει… «όταν είναι στις στραβές του»…
Ήμουν πλέον ελεύθερος…
«Καλός πολίτης!!!»… ήρθε το πρώτο περιπαικτικό μήνυμα από φίλο με το που έβαλα σε λειτουργία το κινητό…
Φτάνω στο σπίτι, με μια έντονη βιολογική ανάγκη να με τσιγκλάει από την προηγούμενη βραδιά.
Δεύτερο μήνυμα, .. στο ψυγείο:
«Σε βγάλανε μαθαίνω… Κι είπα να φτιάξω μια νέα ζωή!!!… Τέλος πάντων… Στα παιδιά είπα πως είσαι ταξίδι, στη μάνα σου δεν είπα τίποτα γιατί είχε στεναχώριες με τον μπαμπά σου ο οποίος δεν ήταν καλά χθες βράδυ πάλι. Έχει γεμιστά στο φούρνο και στο θερμοσίφωνο ζεστό νερό. Φιλάκι.»
Ακριβώς από δίπλα, ένα κόκκινο αρκουδομαγνητάκι, συγκρατεί προς υπενθύμιση τον απλήρωτο ως τώρα λογαριασμό του Τ.Ε.Β.Ε. για το τρέχων δίμηνο. 693,62 ευρώ. Σκέφτομαι πως ή μόνη του χρηστική αξία θα ήταν για την ανάγκη που μου τυραννάει το έντερο… ΄Ισως έτσι, τελικά του ανταπέδιδα τη μόνη και απόλυτη τιμή και αξία που εισπράττω και εγώ από αυτό. Αυτή που αξίζει στο ευρύτερο κοινωνικό μας σύστημα εν έτει 2006.